Σελίδες

Τρίτη 24 Οκτωβρίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος -Ποιήματα



Από την «υποδοχή» του Νικηφόρου Βρεττάκου στην Ακαδημία Αθηνών.
Πηγή  φωτογραφίας
Αν δε μου ’δινες την ποίηση, Κύριε, δε θα ’χα τίποτα για να ζήσω, Νικηφόρος Βρεττάκος.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ: «Ονειρευτήκαμε πολύ για ένα άλλο φως…»!

 Ο Ν. Βρεττάκος ο πνευματικός αυτός "μεταλλωρύχος" κατάφερε με μια ποίηση μεστή νοημάτων, αλλά και έντονου συναισθηματισμού ,δημιουργικής φαντασίας επεξεργασμένης τέχνης και μουσικότητας ν'ανασύρει μέσα από τη σκοτεινή στοά το φως και την αγάπη και να τη διαδόση στον κόσμο.

"Ο ρόλος μου είναι ρόλος μεταλλωρύχου. Ναι αισθάνομαι να είμαι κάτι σαν είδος μεταλλωρύχου.

Κι εποχή μας εχει γίνει κάτι σαν είδος στοάς σκοτεινής, φορτωμένης , επικίνδυνης. Ευχαριστώ τη μοίρα που μούδωσε αυτή τη ψυχή, αυτή τη μικρή σκαπάνη και υπάρχω χάρις σ'αυτή".
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος με την ακάλυπτη από το χρόνο ποίηση του θα υπάρχει πάντα ανάμεσα μας.Το έργο του θα αποτελέσει ένα ανεξάντλητο ορυχείο ευαισθησίας και ανθρωπιάς για όλους όσοι προσπάθούν να αντισταθούν στη φθορά της εποχής μας. 

Από το ΕΝΩΠΙΟΣ ΕΝΩΠΙΩ: Ἡμερολογιακές σημειώσεις, 1991

[Σημειώσεις του ποιητή]
Ὥρα 11 π.μ. 17-5-1962

Μιά “καλημέρα” ἀκόμη. Βρίσκομαι στό μέσο ἑνός κειμένου πού γράφω γιά ἕνα περιοδικό. Κατανίκησα τήν ἀκαμψία τοῦ ἑαυτοῦ μου, τήν περηφάνεια του, τήν ἐπιμονή του νά μή θέλει νά καταπιαστεῖ μ’ ἕνα ἀνιαρό, ἐπίκαιρο, ἀναγκαστικό θέμα, κι’ ἔπιασα νά τό γράφω. Θά μοῦ φάει ὅλο τό πρωΐ, ὅλο τό μεσημέρι, ὅλες τίς πολύτιμες ὧρες μου. Εὐτυχῶς πού βάζω κι’ ἐδῶ κάτι ἀπ’ τόν ἑαυτό μου καί ξεκουράζομαι γράφοντας.

Νά μερικές φράσεις π.χ. “Ὁ ἥλιος πέφτει στό πρόσωπό μου πού τόν ρουφᾶ διψασμένο, μέ πολλή λαιμαργία. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ λαιμαργία δέν χορτάστηκε σέ ὅλη μου τή ζωή καί φοβᾶμαι πώς ὅταν θά φεύγω ἀπ’ αὐτόν τόν κόσμο, θά φεύγω μέ τό παράπονο, πώς δέν χόρτασα αὐτόν τόν ἥλιο, δέν γιόμισα τήν ψυχή μου ὥς ἀπάνω, δέν ξεχείλισα, δέν κάηκα ἀπ’ τήν ευτυχία του…”.


Από το ΕΝΩΠΙΟ ΕΝΩΠΙΩ: Ημερολογιακές σημειώσεις 1962

Στιγμές από τη ζωή του ποιητή [4]

Από την «ΟΔΥΝΗ», 1969
Τέλειωσα το Δημοτικό με άριστα. Ο κ. Βουκίδης όμως, ένας πολύ σοβαρός και πολύ καλός δάσκαλος, μου έκοψε ένα δέκατο για να μάθω, όπως μου είπε, να μην τρέχω ξυπόλητος και χωρίς καπέλο τα μεσημέρια με τους ήλιους, πότε στον Πρίνο και πότε στους Μύλους. Μου είπαν, συμπλήρωσε, πως ανεβαίνεις πάνω στα ξένα δέντρα και κόβεις φρούτα, σα να ε...ίναι όλα τα δέντρα δικά σου, αλλά για το τελευταίο αυτό δεν είμαι βέβαιος, ούτε και θέλω να το πιστέψω, αλλοιώς θα σου έκοβα άλλο ένα δέκατο.
Πάντως, όλα ήταν αλήθεια και για το τελευταίο δεν είχε δίκιο που δεν ήθελε να το πιστέψει. Εγώ είχα την ιδέα πως τα δέντρα που φυτρώνουνε στη γη, φυτρώνουνε για όλους τους ανθρώπους, πως είναι κάτι σαν τους ωκεανούς, που, όπως έλεγε ο πατέρας μου, ανήκουνε σε όλες τις χώρες. Αυτό είναι άδικο για πολύν κόσμο, σκέφτηκα.

"Πάντως δεν ανήκουν" μου απάντησε ο πατέρας μου όταν τον ρώτησα. Τότε πολλοί, πάρα πολλοί άνθρωποι, δεν θάχουν δέντρα του είπα. Κι αυτός μου απάντησε: "Αν μπορείς, εσύ που το ξέρεις, να φυτεύεις δέντρα και να μοιράζεις τους καρπούς σ' αυτούς που δεν έχουν".
Ο ποιητής μας στέκεται πλάι στους καταφρονεμένους, τους δυστυχείς, τους παρίες της ζωής. Ισως νιώθει πως κι ο ίδιος είναι ένας απ' αυτούς. Ως παράδειγμα, παρατίθενται οι
«Τρεις άστεγοι»:

Μια χειμωνιά τρεις άστεγοι, που από τον πάγο σβήναν,
σε μια ταβέρνα που έκλεινε μπήκαν ορμητικοί.
Κι ενώ πολύ διψούσανε καθόλου αυτοί δεν πίναν,
αλλά το χώμα κοίταζαν κι οι τρεις τους σκεφτικοί.
Κι ο ταβενιάρης που άλλοτε την ώρα αυτή σφαλούσε,
γιατί είχε σπίτι ερημικό και φαμελιά πολλή
να τους ειπεί πως πέρασεν η ώρα δεν τολμούσε
γιατί ήτανε παράξενοι και σκοτεινοί πολύ.
Κι όταν σαν άχνιζεν η αυγή τον αποχαιρετήσαν
ένα κρασί τους πρόσφερε κι αυτός να ζεσταθούν,
ενώ από οίκτο κι ανθρωπιά τα μάτια του δακρύσαν.
Μα αυτοί κι οι τρεις περήφανοι δεν πήρανε να πιούν.
Πηγή 
http://www.poema.gr/afieromatext.php?id=158&pid=

Πιο συμβολικό και βαθύ στις υποδηλώσεις του είναι το όμορφο σονέτο
Ο Κύκνος:

Σάμπως να αιστάνθη τη ζωή του πιο πλατιά
κι άξιο το νου του κάτι πιο βαθύ να κλείσει,
κοίταξε πένθιμος κι ασάλευτος τη φύση
απ' άστρο σ' άστρο τριγυρνώντας τη ματιά.
Δεν ήταν πιότερον η μέρα απ' τη νυχτιά
του κόσμου τ' άφεγγο μυστήριο να φωτίσει.
Και την ολόλευκη ομορφιά του είχε μισήσει,
σαν σκοταδιού νάταν πυρή σταλαγματιά.
    
Την άνοιξη έκλεινε τα βλέφαρα σφιχτά
να δείξει τ' άμετρο το πένθος του στη φύση?
κι όταν εβάρυνεν επάνω στα νερά,
σαν νάχε κάπου το βαθύ μυστήριο αγγίσει
με τη λευκή τον ήλιο εσκέπασεν ουρά
κι αποκοιμήθηκε χωρίς να τραγουδήσει.
«Συνάντηση με τη θάλασσα» (1991)
Ριζική ανανέωση ποιητικών συμβόλων Επέκταση μυθολογίας του Θάλασσα: σύμβολο της διάρκειας της ανθρώπινης ζωής και της πορείας της μέσα από τον κόσμο των φαινομένων.


Άπλωνα, θάλασσα..
Άπλωνα, θάλασσα, τα χέρια παντού,
Ζητώντας απ' όλα βοήθεια κι αγάπη.
Όλα μου έδωσαν. Κ' εκτός από τον
ομιλούντα σου φλοίσβο και τον
ρυακίζοντα ουρανό, η ψυχή μου
πήρε απ' όλα, θησαύρισε
πράγματα. Κ' έγινε ομοίωση,
σώμα μικρό του παντός. Η φωνή του
φωνή μου, φως μου το φως του.
Η ψυχή μου, ο κόσμος που γίνεται
λόγος. Η ψυχή μου, ο λόγος
 που γίνεται κόσμος.


Από το "ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ", 1991
Κι ὅταν...
Κι ὅταν ἐγώ δέν θἄχω σῶμα
νά ἔρχομαι πλέον ἐδῶ,
θά συνεχίζεις ἐσύ ἀκόμη,
ἀκόμη κι ἀκόμη, ν’ ἀκούγεσαι,
θάλασσα. Ὅμως μπορεῖ
νά μέ ἀκοῦνε καί μένα
γιά κάμποσο ἀκόμη. Μπορεῖ
νά βρίσκουνε κι ἄλλα πράγματα
ἄγνωστα, πού τούς εἶχαν
διαφύγει, μέσα στίς λέξεις μου.
http://vrettacos.blogspot.gr/2009/06/blog-post_25.html

 Νικηφόρος Βρεττάκος, "Συνάντηση με τη Θάλασσα"
 Κι όταν εγώ δεν θάχω σώμα
να έρχομαι πλέον εδώ,
θα συνεχίζεις εσύ ακόμη,
ακόμη κι ακόμη ν'ακούγεσαι, θάλασσα.

Όμως μπορεί να σε ακούνε και μένα
για κάμποσο ακόμη. Μπορεί
να βρίσκουνε και άλλα πράγματα
άγνωστα που τους είχαν διαφύγει,
μέσα στις λέξεις μου.

Ίσως είναι το μητρικό σου αλάτι
που σήμερα μ’ έφερε, θάλασσα,
κοντά σου.  
Αλλά κι αν ακόμη
δεν είσαι μητέρα μου, μοιάζουμε
πάντως. Μπορεί και τα λόγια μου
να είναι αέρας σαν τα δικά σου.
Καιρός είναι άλλωστε ν’ αφήσουμε
τα όνειρα, σαν μια φούχτα άμμο
που τη ρίχνουμε πίσω μας. Αρκεί
πως αυτός ο παράδοξα όμορφος
κόσμος μάς μάγεψε.
 Μεθύσαμε
θάλασσα!
Τόσο η ψυχή μου όσο
κ’ εσύ, τον γιομίσαμε κύματα.


Νικηφόρος Βρεττάκος, Συνάντηση με τη θάλασσα
Ότι είχα να κάνω στον κόσμο
το έκανα.
Το μήνυμα το έστειλα.
Την μποτίλια την πέταξα ήδη
στου χρόνου
το ατέρμονο πέλαγος.
Το μήνυμα
μπορεί
μερικοί
να το έλαβαν κιόλας.

Από το Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΩΝ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ, 1990


Ἐρωταπόκριση
Ἡ ὀμορφιά δέν εἶναι σιωπή.
Γι’ αὐτό κ’ ἡ φωνή μου
δέν εἶναι μονόλογος.

Τῆς ροδιᾶς τό λουλούδι,
παραδείγματος χάρη,
εἶναι ἕνα ἀριστούργημα
πού
τό ἀπαγγέλλει ἡ μέρα.

Βλέπω, ἀκούω
φῶτα φωνῶν.


Γι’ αὐτό καί μέ βλέπετε
περπατώντας (ἀκόμη
καί μέσα στήν ἔρημο)
συχνά, νά ὑποκλίνομαι.

«Αν δεν είναι κατακλυσμός
από ουράνιες δυνάμεις

τι είναι τότε, λοιπόν,αυτά τα λουλούδια;»

..Σᾶς ρωτᾶνε «Γιατί!» Ἀπαντῆστε τους!..., Από το [Ο ΔΙΑΚΕΚΡΙΜΕΝΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ],1983

...Σᾶς ρωτᾶνε «Γιατί!» Ἀπαντῆστε τους!...
Ἀνταπόκριση από τους τοπικούς πολέμους

Κοιτώντας τόν κόσμο μας, διεσταλμένα
ἀπ’ τόν τρόμο τά μάτια τῶν παιδιῶν
μεγαλώνουν ὁλοένα καί περισσότερο.
Οἱ λέξεις πού ἔμαθαν ἔγιναν
ὅλες τους μόνο μιά λέξη, ἕνα «Γιατί!»
Τά μάτια τους εἶναι μιά ἀνταπόκριση
πού χωρίς διακοπή μεταδίδεται
σέ ὅλους τούς κοιμώμενους λῆπτες
τ’ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς. Ἀπαντῆστε τους!
Σᾶς ρωτᾶνε «Γιατί!» Ἀπαντῆστε τους!
Ἀνάψτε ἕνα φῶς. Ἀπαντῆστε τους!

Ἐπισκέπτες, Από το [ΕΚΚΡΕΜΗΣ ΔΩΡΕΑ], 1986

Ἐπισκέπτες
Θά προτιμοῦσα οἱ φίλοι μου πού ἔρχονται
ἀντί νά μοῦ φέρνουν, νά παίρνουν.

Κατεβαίνοντας ἔπειτα ὁ ἕνας τους
Πίσω ἀπ’ τόν ἄλλο ἀπό τοῦτον τό βράχο,
νά φεύγουν κρατώντας κι’ ἀπό ἕναν μικρό
ἀμφορέα μέ ἥλιο στό χέρι τους.


Από το "ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ - ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠ' ΤΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ", 1939
Ξημέρωμα στο Σούνιο
Εἶμαι ἕνα σύνθεμα ἀπὸ ξένο μεγαλεῖο!
Τὰ ὅσα θωρεῖς στὴν ὕπαρξή μου, εἶναι ὄλα ξένα.
Κάτι ἀπ’ τὴ θάλασσα, ἀπ’ τον ἥλιο κι’ ἀπὸ Σένα,
Κάτι ἀπ’ τοῦ δάσους κι’ ἀπ’ τῆς νύχτας τὸ στοιχεῖο.

Κι’ ὅταν πεθάνω το στοιχεῖο του θὰ πάρει
Τὸ φῶς, ἡ θάλασσα, τὸ δάσος, τὸ φεγγάρι,
Καὶ δῶ στὴ θέση μου θὰ μείνει πιὰ ἡ σιγή!
Κι’ αὐτὴ ἡ ψυχὴ ποὺ μὲσ’ τὸ στῆθος μου ἔχω φέρει
Ἀπ’ τ’ οὐρανοῦ ψηλὰ σὰν ἔπεσα τὰ μέρη,
Θἄχει σὲ στίχους σκορπιστεῖ πάνω στὴ Γῆ!

Τίς μέρες αὐτές, [Από το Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ, 1957]

Τίς μέρες αὐτές
Τίς μέρες αὐτές
γιορτάζει τό χῶμα σου.
Στρατιές λουλουδιῶν
ἀνεβαίνουν νά βγοῦν
στό φῶς ἀπ’ τά βάθη σου.

Κλωστούλα – κλωστούλα
ὑφαίνεις τόν ἥλιο,
σκεπάζεις τή γῆ
μέ μπόλιες πολύχρωμες.

Κόψε μου, Πλούμιτσα,
ἕνα φουστάνι
γιατί ἔρχεται ἡ ἄνοιξη
καί πρέπει στίς εἴκοσι
ἕξι να βγάλω
τό Ρόδο τό Ἀμάραντο
σεργιάνι στό σύμπαν.
ΗΛΙΑΚΟΣ ΛΥΧΝΟΣ, 1984 
 Βραδινή ἐξομολόγηση

Κάθισε δίπλα μου, ἀντίκρυ στή δύση.
Ὁ ἥλιος χαμήλωσε κ’ ἔχω
πολλά νά σοῦ εἰπῶ.
Λοιπόν,
ὁ Ταΰγετος δέν ἦταν βουνό.
Δέν σέ ὑποψίασε τό ἀπίθανο ὕψος
καί τό ἀπίθανο φῶς πού τόν κάνουν
νά μοιάζει ὅπως ἕνα, πότε χρυσό
καί πότε γαλάζιο, πολυπτέρυγο
στόν ὁρίζοντα; Κι αὐτή του ἡ ἔξαρση
πού ἀνελίσσεται κάποτε καί χωρίζει
τ’ αστέρια σέ ἀπό κεῖ κι ἀπό δῶ;

Δέν ἦταν βουνό. Ἠταν τό πρῶτο ποίημα
πού ἀνοίγοντας τά μάτια μου
διάβασα, ὁ πρῶτος μου φίλος
πού συνόριαζε μέ τό φῶς.
Καί γι’ αὐτό:
μετονόμασα σέ Ταΰγετο τό ὅρος Ἀγάπη.

Από το ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΟ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΟ, 1976 [όπως δημοσιεύθηκσε στο ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 2ος τόμος]

Ἡ τιμή

Ὁ οὐρανός καί ἡ γῆς μέ τίμησαν μέ τόν πόνο.
Τό ἔμαθα ἀργότερα, ὅταν κατάλαβα
πώς τό καλύτερο φῶς γίνεται ἀπ’ τό σκοτάδι·
μετά πού ξεχείλισε μέσα μου ἡ ποίηση
κι ἀρχίσαν ν’ ἀνάβουνε κεριά ἀπό χρόνο.

Από το ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (2ος τόμος) και την ενότητα ΕΝΩΠΙΟΣ ΕΝΩΠΙΩ

Τά χαρτιά μου
Γιόμισα τά συρτάρια μου ὄνειρα, τίς βαλίτσες, τά ράφια μου.
Ὅλα μου αὐτά τά χαρτιά ἦταν ὄνειρα
γιομάτα στοχασμούς τρυφερούς γιά τή γῆ.
Γιατί μπορεῖ νά εἰπεῖ κανένας πώς ἡ ποίηση εἶναι
μίμηση τοῦ ἥλιου. Ἀφέθηκα ὅλος· σχεδόν
ἀναλώθηκα ὅλος. Ἄς μή μάθω ποτέ
ἀπ’ τά ὄνειρα αὐτά κι ἀπ’ τά χαρτιά, τί ἀνέτειλε.

Από το ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ: Ὁ χρόνος τό ταξίδι και ἡ ἀπόσταση, 1961

Καί φεύγοντας ἔρχεσαι
Τώρα τό ξέρεις:τά βουνά δέ μποροῦνε νά μᾶς χωρίσουν. Καί φεύγοντας ἔρχεσαι. Καί φεύγοντας ἔρχομαι. Δέν ὑπάρχει ἄλλος χῶρος ἔξω ἀπ’ το χῶρο μας. Κι ὁ ἄνεμος εἶναι ἡ ἁφή τῶν χεριῶν μας. Καθώς ταξιδεύουμε, ἐσύ στό βορρᾶ, ἐγώ πρός τό νότο, κοιτώντας τόν ἥλιο,ὁ καθένας μας ἔχει τόν ἄλλο στό πλάι του.

Από τη συλλογή Το βάθος του κόσμου (1961) του Νικηφόρου Βρεττάκου
 Έρωτας
Είναι τα χείλη μου μια πεταλούδα
που ζυγιάζεται ανάλαφρα κ’ είναι ένα κόκκινο
λουλούδι στα χείλη σου που
σαλεύει ανεπαίσθητα.
Τα χέρια μου
πέφτουνε πίσω στις πλάτες σου σαν
καταρράχτες νερού. Τα δικά σου το ίδιο.
Καρφιτσωθήκαν θαρρείς στον αέρα
τα έντομα, μείναν ακίνητα.
Στεκόμαστε ασάλευτοι μες σ’ ένα
όρθιο στεφάνι σιωπής. 
Το αγεράκι
που ως λίγο πιο πριν ακουγόνταν, ξεψύχησε.
Στα μαλλιά σου ένα αηδόνι προσμένει
να βγει το φεγγάρι.


Ο δρόμος του φεγγαριού
Στρωμένος με φύλλα μαλακού χρυσαφιού
που σαλεύανε λάμποντας πάνω στη θάλασσα,
σπατάλη αμύθητου φωτός ο δρόμος του φεγγαριού.
Μεσάνυχτα, Αύγουστος. Με μεγάλη πανσέληνο.
Αν σταματούσε το καράβι κι’ αν ο χρόνος
δε συνέχιζε ακόμη νάναι χρόνος
πετώντας τα κλειδιά που βάραιναν τις ζώνες μας
θα δρασκελούσαμε αλαφρά την κουπαστή και ξάφνου
πηδώντας μέσα στη θεϊκιά κοιλάδα, θα βαδίζαμε
τραβώντας ίσα για τον τέλειο χρόνο,
την τέλεια μουσική, την τέλεια ποίηση.
Χέρι με χέρι, χορευτά σχεδόν, μες απ’ ολόχρυσες
ριπές φωτός μες στη λαμπρή άπλα, θα προχωρούσαμε
όπως δυό κύκνοι με ψηλά πόδια
κάτω από τ’ άπειρο.
πηγές 

Περιμένοντας τη μουσική
Τη μουσική περιμένω να πλύνω τα χέρια μου, απ’ το
μελάνι της μέρας.  
Να πλύνω αυτούς τους αόρατους
θρόμβους του αίματος που έχω στο μέτωπο.
Το στήθος μου πλήγιασε σ’ αυτό το τραπέζι,
ριζωμένο σχεδόν, μ’ αυτές τις γωνιές του
μπασμένες στα κόκκαλα – Πληρωμή της αγίας
δωρεάς του ψωμιού, πληρωμή του νερού
που έχει στίψει το σύννεφο, πληρωμή του βουνού
και του ήλιου που βλέπω.
Τη μουσική περιμένω. Και τότε μου φαίνεται
Πως όλη τη μέρα που πέρασε ήμουνα
σε μιαν εκκλησία και μοίραζα άνθη.

Romel de la Torre/ Filipino Figurative painter

Από πού έρχεται η μουσική-Νικηφόρος Βρεττάκος

Από πού έρχεται η μουσική
Η μουσική έρχεται από σένα
όπως το νερό κατεβαίνει από το βουνό.
Καταμεσίς στην παλάμη σου αναβλύζει η πηγή
κι απ’ την κορφή του μετώπου σου. Το φως βγαίνει
απ’ τα μάτια σου
και φωτίζει τους ήχους. Τους κάνει να φαίνονται
όπως
φαίνονται τ’ άνθη
στα κλαδιά της μηλιάς. Σκεπασμένη απ’ τους ήχους
η καρδιά σου είναι κάτασπρη

Έξω απ’ την πόρτα μου
Με υψωμένα τα χέρια στο φως, σα ν’ αντλεί
νερό απ’ τα ουράνια η Μαρία.
Γνέθει στον ήλιο.
Μες στην καρδιά της
- του ανθρώπου η καρδιά είναι η πόρτα που ο Θεός -
- μπαινοβγαίνει στον κόσμο – θα ξύπνησαν φαίνεται
- πάλι και κλαίν’ τ’ ορφανά του πολέμου.
Θα κρύωσαν πάλι χωρίς πουκάμισα.
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ
«Ανθισμένο οροπέδιο»

Από το «ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ: Ὁ πόνος καί ἡ συμπαράσταση, 1961
Το άγνωστο σπίτι
Το πρωί ξαναρώτησα. Δεν μου είπε κανείς.
Δεν ήξερα βλέπεις κ’ η θάλασσα. Κι όλο περίμενα.
Που να τρέξω, δεν ήξερα, που να σε βρω.
Κ’ εσύ δεν μπορούσες, αλλιώς, απ’ το χάραμα,
ψαλιδίσαν τις άκρες της στέγης μου τόσα
χελιδόνια, σπαθίσαν το φως στα παράθυρα,
ένα – δυό τους περάσανε μέσα σχεδόν
παρασέρνοντας μάλιστα και λίγες κλωστές –
αχτίνες μαζί τους’ σε κάποιο θα τους θάδινες
ένα σημείο, ή μια μικρή
φωνή σε πεντάγραμμο.
Και τότες εγώ,
θα φόραγα γρήγορα το πι’ όμορφο ρούχο του
κι αφού πρώτα θάπλενα με ήλιο τα χέρια μου,
θα ‘ρχόμουνα στ’ άσπρο κρεβάτι σου
να σου αλλάξω σεντόνι

Από το ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ: Διάλογος μέ τόν κόσμο, 1961

Ποίηση Νικηφόρος Βρεττάκος - Μελοποίηση Τερψιχόρη Παπαστεφάνου - Τραγουδάει Η Χορωδία Τρικάλων